Αυστραλία: Ο νέος νόμος επιτρέπει την κατασκοπεία πολιτών χωρίς καν ένταλμα


Η Αυστραλιανή Υπηρεσία Ασφαλείας, το αντίστοιχο της Καμπέρα για την Βρετανική GCHQ ή την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, θα λάβει σαρωτικές νέες εξουσίες για να κατασκοπεύει Αυστραλούς για πρώτη φορά από την ίδρυσή της, τον Νοέμβριο του 1947.

Η κίνηση αυτή επιτρέπει στην υπηρεσία να συλλέγει πληροφορίες για άτομα εντός της χώρας χωρίς ένταλμα, αν και φέρεται ότι θα το κάνει μόνο σε καταστάσεις όπου υπάρχει «άμεσος κίνδυνος για τη ζωή». Οι ύποπτοι για εγχώρια τρομοκρατία αναφέρονται ως βασικός στόχος στο στόχαστρο της Διεύθυνσης της Υπηρεσίας, και θα συλλέγει επίσης πληροφορίες σε συνεργασία με την Αυστραλιανή Αμυντική Δύναμη για στρατιωτικές επιχειρήσεις, με υπουργική μάλιστα εξουσιοδότηση.

Οι κανόνες που διέπουν τη μεταρρύθμιση και την προστασία της ιδιωτικής ζωής των πολιτών θα δημοσιευθούν στον ιστότοπο του οργανισμού και θα υπόκεινται σε έλεγχο από την επιτροπή ασφάλειας και πληροφοριών του αυστραλιανού κοινοβουλίου. Αν και θεωρητικά αυτό πρόκειται να γίνει για την ασφάλεια των Αυστραλών, ειδικοί έχουν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για την εξέλιξη αυτή. Ανάμεσά τους είναι και ο John Blaxland, καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Σπουδών Πληροφοριών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας, ο ίδιος βετεράνος των στρατιωτικών πληροφοριών, ο οποίος προειδοποίησε ότι οι εξουσίες αυτές, προορίζονται για κατάχρηση.

«Είμαι πρώην γνώστης… Έχω πολύ μεγαλύτερη εκτίμηση της ανάγκης για ελέγχους, διατηρώντας όμως τις λεπτές ισορροπίες, επειδή η εξουσία τείνει πάντα να τις ξεπερνά και να καταπατά τα ίδια της τα νομοσχέδια», προειδοποίησε. «Ο προβληματισμός μου έγκειται στο γεγονός ότι η νομοθεσία αυτή συντάχθηκε, όχι επειδή θέλουν το καλό της κοινωνίας, αλλά έχοντας κατά νου τις δικές τους ανησυχίες».

Η νομοθεσία είναι εμπνευσμένη από τα ευρήματα μιας εκτενούς ανασκόπησης του Ντένις Ρίτσαρντσον, πρώην επικεφαλής της Αυστραλιανής Οργάνωσης Πληροφοριών Ασφαλείας, του αντίστοιχου δηλαδή FBI της χώρας, που διεξήχθη σε στενή συνεννόηση με τις διάφορες υπηρεσίες πληροφοριών της Αυστραλίας, με τρόπο παρόμοιο με εκείνον που κάνει μια αλεπού να ερωτάται για το πώς να φυλάξει καλύτερα ένα κοτέτσι.

Δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2020 του και στην συζήτηση για την αξιολόγηση του από την Ειδική Επιτροπή της Καμπέρα, σημείωσε ότι οι οργανισμοί αυτοί μπορούν ήδη να διεξάγουν χωρίς ένταλμα συλλογή πληροφοριών, εάν πιστεύουν ότι είναι «αναγκαίες, εύλογες και δικαιολογημένες» σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ ζήτησε να «υπάρχει η δυνατότητα» όχι μόνο χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές έρευνας χωρίς επίσημη άδεια, αλλά και με «προστασία από ποινική ευθύνη» όταν το κάνουν.

Έγγραφα που διέρρευσαν και που τα αποκάλυψε η δημοσιογράφος Aννίκα Σμίθερστ τον Απρίλιο του 2018 έδειξαν ότι τα σχέδια για απρόσκοπτη εγχώρια κατασκοπεία από τη Αυστραλιανή Υπηρεσία Ασφαλείας, χρονολογούνται από πολύ παλιότερα. Αποκάλυψαν πώς οι αντίστοιχοι επικεφαλής των υπουργείων Άμυνας και Εσωτερικών της Αυστραλίας είχαν ζητήσει να επιτραπεί στην υπηρεσία να έχει πρόσβαση στα email των πολιτών, τα τραπεζικά αρχεία και τα μηνύματα των κινητών, χωρίς έγκριση ή ένταλμα
. Μια κυβερνητική πηγή είπε στην Σμιθερστ ότι ήταν «τρομοκρατημένοι» από τις προτάσεις, δεδομένου ότι «δεν υπάρχει πραγματικό κενό εθνικής ασφάλειας που στοχεύει να καλύψει». Και να που τελικά εφαρμόζεται

Η Αυστραλιανή Ομοσπονδιακή Αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι τόσο του ανθρώπου που παρείχε τα αρχεία όσο και στο σπίτι της Σμιθερστ τον επόμενο χρόνο. Κατά σατανική ειρωνεία, οι κατηγορίες εναντίον της αποσύρθηκαν τον Μάιο του 2020, καθώς οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστραλίας αποφάσισαν ομόφωνα ότι το ένταλμα που εξασφάλισε ένας δικαστής σε σχέση με την έφοδο στην οικεία της ήταν άκυρο, επειδή όχι μόνο «παρείχε λάθος τους όρους του αδικήματος» αλλά ήταν επίσης διφορούμενο αν όχι εντελώς παράλογο.

«[Το ένταλμα] δεν είχε τη σαφήνεια που απαιτούνταν για την εκπλήρωση των βασικών σκοπών του να ενημερώσει επαρκώς την Σμίθερστ αναφορικά με το γιατί διεξαγόταν η έρευνα και να παράσχει στα όργανα και σε εκείνους που βοηθούσαν στην εκτέλεση του εντάλματος την εύλογη καθοδήγηση για να αποφασίσουν ποια πράγματα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εντάλματος», κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο.

Με άλλα λόγια, ήταν αδύνατο να γνωρίζουν από τη διατύπωση του εντάλματος τι αφορούσε στην πραγματικότητα η έρευνα, ποια στοιχεία ή πληροφορίες αναζητήθηκαν και ποιο, αν υπάρχει, αδίκημα μπορεί ή όχι να έχει διαπράξει. Το γεγονός ότι αυτή η αβάσιμη και ευρεία εξουσιοδότηση για έρευνα πριν από 2 χρόνια, δόθηκε επίσημα, καθιστά τη νέα εξουσία της Υπηρεσίας να διεξάγει παρακολούθηση χωρίς ένταλμα, ακόμη πιο ανησυχητική. Εάν μια τέτοια διαδικαστική διαστρέβλωση μπορεί να συμβεί ακόμη και με υποτιθέμενη εποπτεία, ποιες καταχρήσεις θα μπορούσαν γίνουν χωρίς ουσιαστική εποπτεία;

Η κακή χρήση αυτών των «δυνατοτήτων» είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Το 1973, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι τα εντάλματα ήταν υποχρεωτικά για εγχώρια συλλογή πληροφοριών. Δύο χρόνια αργότερα, μια έρευνα της Γερουσίας διαπίστωσε ότι η NSA και άλλες υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ είχαν ωστόσο εμπλακεί σε μη εξουσιοδοτημένη κατασκοπεία Αμερικανών πολιτών, συμπεριλαμβανομένων διαδηλωτών κατά του πολέμου του Βιετνάμ, ακτιβιστών για τα πολιτικά δικαιώματα και πολιτικών αντιφρονούντων, παρακολουθώντας όλες τις ιδιωτικές επικοινωνίες τους από τηλεφωνικές συνομιλίες έως τηλεγραφήματα. Αυτό οδήγησε στον νόμο περί επιτήρησης ξένων πληροφοριών του 1978, ο οποίος κατέστησε αποκλειστικό ποινικό αδίκημα την υποκλοπή Αμερικανών πολιτών χωρίς δικαστική εποπτεία.

Ωστόσο,  στα τέλη του 2005 
αποκαλύφθηκε ότι η NSA συνέχιζε να παρακολουθεί παράνομα τις τηλεφωνικές κλήσεις και τις ψηφιακές επικοινωνίες πολιτών των ΗΠΑ, με τη βοήθεια μεγάλων τηλεπικοινωνιακών κολοσσών, οι οποίες διέθεσαν αντίγραφα όλων των email, της περιήγησης στο Διαδίκτυο και άλλης κίνησης στο Διαδίκτυο σε και από τους πελάτες της στο εσωτερικό και στο εξωτερικό και σε παράλληλη συνεργασία με τον βρετανικό ομόλογό της,  την GCHQ. Τα αρχεία που αποκαλύφθηκαν το 2013 από τον πληροφοριοδότη Έντουαρντ Σνόουντεν και επιβεβαίωσαν ότι αυτό το εγκληματικό δίκτυο ήταν πραγματικά παγκόσμιας κλίμακας και σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Βασικά στοιχεία αυτού του διεθνούς κατασκοπευτικού δικτύου, γνωστού ως «Five Eyes» (μια συμμαχία συλλογής πληροφοριών που περιλαμβάνει την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Νέα Ζηλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες.), βρίσκονται στην Αυστραλία, στις βάσεις δορυφορικής επιτήρησης Pine Gap και Kojarena. Σύμφωνα με τον θρύλο της έρευνας Ντάνκαν Κάμπελ, περίπου το 80% των μηνυμάτων που θα υποκλαπούν από τους δορυφορικούς σταθμούς - που απασχολούν φυσικά και αμερικανικό και βρετανικό προσωπικό σε βασικές θέσεις - αποστέλλονται αυτόματα στην GCHQ και την NSA. Ενώ κάθε μέλος των «Five Eyes» μπορεί θεωρητικά να ασκήσει βέτο σε αιτήματα για τέτοιο υλικό, «όταν είσαι μικρότερος σύμμαχος» όπως η Καμπέρα, «ποτέ δεν αρνείσαι», αναφέρει ο Κάμπελ.

Κανείς δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί εάν η νέα εγχώρια αρμοδιότητα της Υπηρεσίας είναι ένα πείραμα, μετρώντας τα επίπεδα αντίδρασης και διαμάχης μεταξύ του αυστραλιανού κοινού, πριν παρόμοια μέτρα – αποδεδειγμένα ή δυνητικά ήδη σε λειτουργία – κωδικοποιηθούν και εφαρμοστούν ανοιχτά σε όλα τα κράτη μέλη των «Πέντε Ματιών». Οι συνεχείς νομικές μάχες κατά της μαζικής συλλογής δεδομένων σε διάφορες δικαιοδοσίες απαιτούν σαφώς τη νομιμότητα και τη νομιμοποίηση της πρακτικής. Εάν οι Αμερικανοί ή και Βρετανοί φίλοι της Καμπέρας ζήτησαν ευγενικά να εφαρμοστεί ένα τέτοιο πιλοτικό πρόγραμμα, θα μπορούσαν άραγε να αρνηθούν οι Αυστραλοί;

Ενισχύοντας αυτή την ερμηνεία, λίγες μέρες μετά την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Υπηρεσίας, η αυστραλιανή κυβέρνηση δεσμεύτηκε να εισαγάγει νέους νόμους που θα αναγκάζουν τους γίγαντες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης να «ξεσκεπάσουν» τους ανώνυμους χρήστες που δημοσιεύουν προσβλητικά σχόλια, ενώ σε περίπτωση που δεν θα θελήσουν να το κάνουν, θα έρχονται αντιμέτωπες με βαριά πρόστιμα εκατομμυρίων δολαρίων. Οι λόγοι για τον οποίο η κυβέρνηση της Καμπέρα βιάζεται για να παγιώσει μια τέτοια κατάσταση, δεν είναι ξεκάθαροι, αν και σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι το Λονδίνο και η Ουάσιγκτον μάχονται εδώ και πολλά χρόνια για να τερματίσουν οριστικά την ανωνυμία στο διαδίκτυο και μόνο λόγω της έντονης εγχώριας αντίθεσης αυτές οι προσπάθειες έχουν αποτύχει μέχρι στιγμής...

Σχόλια

Τυχαίες Αναρτήσεις

by click4money